Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

How soon is now?

Ναι, είμαι ακόμα εδώ.

Και από ό,τι φαίνεται, είναι ακόμα στιγμές που αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέφω εδώ.

Εδώ, σε έναν χώρο στον οποίο έχω εκφράσει τον εαυτό μου όπως δεν έχω καταφέρει να το κάνω ακόμα σε κανέναν άνθρωπο.

Σήμερα κάποιες συγκυρίες με έφεραν σε έναν χώρο, ένα μαγαζί, στο οποίο είχα να πάω αρκετό καιρό και ακόμα περισσότερο καιρό να πάω και να περάσω καλά. Μου είπαν καλοί φίλοι/ες να πάω, και λέω. πάει στο διάολο, θα ακολουθήσω και θα περάσω καλά.

Όλα καλά! Είπα θα περάσω καλά, και το κυνήγησα και το κατάφερα! Για να γράφω πάλι εδώ, όμως, προφανώς κάτι συνέβη... Συνέβη πως βλέποντας δύο νέα άτομα να βιώνουν τη στιγμή, με το να φιλιούνται και να παθιάζονται, χωρίς σκέψη για το αν θα υπάρχει αύριο/χθες/μετά - φτάνει που υπάρχει το τώρα, το σε θέλω και με θες, ένιωσα κάτι τόσο οικείο αλλά συνάμα τόσο απόμακρο.

To έχω νιώσει και εγώ. Απλά τους έβλεπα, και κάτι μέσα μου πόνεσε. Ένιωσα την αρχή ενός μικρού πένθους, αυτού του συναισθήματος που βιώνεις ότι αφήνεις πίσω ένα κομμάτι της ταυτότητάς σου, ένα κομμάτι του εαυτού σου - αυτού που ήξερες καλύτερα από όλους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πότε πέρασε ο καιρός, πότε άλλαξαν τα πράγματα; Κάποτε ήμουν εγώ σε αυτή τη θέση. Δεν το είχα σκεφτεί ότι κάτι τέτοιο θα μου έχει λείψει.

Αλλά να που το σκέφτομαι στις 6 το πρωί.

Και για άλλη μια φορά χτυπάει στην πόρτα το τερατάκι της ζήλιας, σαν μια ακόμα υπενθύμιση του "έχεις μεγαλώσει πριν την ώρα σου". Και όπως έχει φανεί αυτό, μπορεί να είναι πάρα πολύ καλό, αλλά και πολύ πιεστικό. Και πολύ κακό.

Δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Πιέστηκα από συνθήκες να μεγαλώσω.

Και τώρα πονάει που βλέπω σε άλλους τον εαυτό μου που δεν πρόλαβα να βιώσω...